Διαγωνισμός Ποίησης και Εκπαιδευτήρια Φρυγανιώτη.

Για ακόμη μια φορά τα Εκπαιδευτήρια Φρυγανιώτη ξεχώρισαν και διακρίθηκαν στο χώρο του πνεύματος . Ο μαθητής της γ΄ Λυκείου Μωυσίδης Γ., εκφράζοντας σκέψεις, συναισθήματα και απόψεις, τιμήθηκε ως νεαρός ποιητής, και του απονεμήθηκε  το 3οΠανελλήνιο Βραβείο Ποίησης, το Σάββατο 10 Μαΐου 2014, στο Πολιτιστικό Κέντρο «Αλέξανδρος» της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας , όπου ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του ΚΔ΄ Πνευματικού Μαΐου 2014 «Η Πολιτιστική Άνοιξη της Θεσσαλονίκης», βράβευσε τους μαθητές που διακρίθηκαν στον 5ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης.

Η φετινή διοργάνωση έτυχε μεγάλης ανταπόκρισης από τους μαθητές , με αποτέλεσμα να φθάσει στο ζενίθ των συμμετοχών με 2.300  παρουσίες από τη μια άκρη της Ελλάδας έως την άλλη.

Θερμά συγχαρητήρια !!!

ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ……

Παππού μου δε σε γνώρισα, σε είδα απ’ τα γραπτά σου

Ούτε εσύ με γνώρισες μα δε θα με δείς απ’τα δικά μου

Παππού μου εμείς οι δυο ποτέ δε θα ειδωθούμε.

‘Ομως το πνεύμα, η ψυχή, πάντα θα επικοινωνούνε.

Παππού μου εγώ ποτέ δεν έζησα τον πόλεμο, δεν έζησα την πείνα,

δεν πιάστηκα αιχμάλωτος ούτε τα αδέρφια μου να φονεύουν είδα.

Μα μη νομίζεις παππού μου πως υπάρχει ελευθερία.

‘Εχουμε ειρήνη, έχουμε να φάμε,

ταξιδεύουμε και σε «σχολεία» πάμε.

Τα έχουμε όλα λένε, μα μας λείπουν πίστεψε με τόσα.

Δεν έχουμε κάτι να πάλλεται η ψυχή

Δεν έχουμε κάτι να προκαλεί διεργασία εγκεφαλική.

Δεν είμαστε ελεύθεροι, φοβόμαστε τον εαυτό μας

Δε πιστεύουμε σε μας ούτε στο όνειρο μας.

Κανείς δεν έχει αγάπη, είμαστε πλέον μονάδες

Και το δάκρυ είναι κάτι που γνωρίζουν μόνο οι μανάδες.

Δεν έχουμε πόλεμο, ούτε πιστόλια στον κρόταφο

Έχουμε άλλα πιστόλια, ύπουλα

Το μυαλό και η καρδιά είναι πια στο στόχαστρο.

Δεν δίνουμε αγώνα εμείς επάνω στα βουνά

‘Εχουμε άλλους εχθρούς που χαμογελούν πλατιά.

Παππού μου εγώ δεν είδα την κάνη στραμμένη πάνω μου

Είδα άλλα θηρία με της ψυχής τα μάτια μου.

Ποτέ μου δε σ’ αγκάλιασα, δε σ’είδα με τα μάτια μου.

Γνώρισα έναν άλλο παππού που και για τους δυο σας φτάνει η αγάπη του.

‘Εναν παππού που μου μάθε πως το χαμόγελο και η δουλειά

Είναι η αληθινή  παλικαριά.

Ο ζητιάνος και εργάτης είναι πεισματάρης και τρελός

Μα πάντοτε αντρίκια, πολύ βαθιά σοφός.

Μου ‘μαθε ο περήφανος ζητιάνος να μην τους ακούω, τον ουρανό να ‘χω στις πλάτες μου.

Μόνος μου, μου έλεγε, αυτό που θέλω να καταφέρω. ‘Ο,τι αγαπώ ειν’το πιο όμορφο.

Να μαλώνω μ΄ όλους για να διορθώνω τον εαυτό μου.

Με τον κόσμο να τα βάζω και να κάνω το δικό μου.

Τα λόγια του σοφού αυτού ήτανε πολλά, όμως από σένανε ποτέ δεν άκουσα μιλιά.

Παππού μου ποτέ  δε με συμβούλεψε το στόμα σου, όμως η ζωή σου λιγάκι φώτισε τον δρόμο μου.

Παππού μου σε βλέπω στ’αστρα, στον ουρανό, που έμαθα από παιδί πάντα εκεί ψηλά να κοιτώ.

Μαζί με το Σωκράτη, το Βούδα, τον Κομφούκιο, το Διογένη, τον Ευκλείδη, τον Αριστοτέλη και τον Ιησού.

Μαζί με τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Καζαντζάκη, ...τον Δάντη, το Σεφέρη και τον Κ.Π Καβάφη.

Σαν στιχάκι του Καββαδία και καυστικό λόγο του Μπρέχτ, σαν του Ομήρου ραψωδία και δίδαγμα του Λαο Τσε.

Στ’άστρα που βλέπω πάντοτε το βλέμμα της κοπελιάς μου, στ΄ άστρα που στη θέα τους, ο θεός είναι κοντά μου.

Παππού μου εγώ πιθανό είναι να σπουδάσω, δεν γνωρίζω όμως αν κάθε μέρα μου θ’αδράξω.

Παππού μου μη θαρρείς πιο ελεύθερος πως είμαι, επειδή έχω όλα αυτά που εσύ ποτέ δεν είχες.

‘Ομως δε θα τους περάσει, η ψυχή μας θα τους κάψει.

‘Εχουμε ακόμα πόλεμο, ύπουλο, με τόσο ψέμα, όμως ο λόγος του Σωκράτη θα κυλά για πάντα στο δικό μου αίμα.

Παππού έχω τόσα να κάνω κι εκεί ψηλά που είσαι, δώσε μου κουράγιο να δω κι εγώ ποιος είμαι.

Εγώ θα πατώ στα πόδια μου, να ‘σαι κι εσύ μαζί μου.

Παππού μου το ξαναλέω μη θεωρείς πως υπάρχει ελευθερία, δυστυχώς το σκοτάδι μεγαλώνει στην πορεία.

Δεν μας απειλούν με όπλα πια, μα όλα μοιάζουν με πορνεία.

‘Ομως αγάπησα παππού, και ναι, ετούτο είναι καμάρι μου

Η φωτιά της καρδιάς μου με σώζει απ’το σκοτάδι τους.

Γειά σου παππού μου γειά σου, γειά σου και καληνύχτα

Εύχομαι να ‘ρχεσαι κι εσύ να διαβάζουμε ποίηση και φιλοσοφία μέσα στη νύχτα.

Γιώργος Μωυσίδης

Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΗΜΟΥΝ ΕΚΕΙ

Κυνήγησα εγώ τη νύχτα και εμένα ο ήλιος.

Κυνήγησα εγώ το κρύο και η ζέστη εμένα.

Ήμουν εκεί στην τομή της γης, στην αιχμή του κόσμου, στην τρέλα του νου.

‘Ημουν εκεί που φλέγεται το φως, που πεθαίνει το αγέννητο, στα σύνορα του Θεού, στο κατώφλι του Διαβόλου, εκεί που συγκρούεται το βλέμμα αγγέλων και δαιμόνων.

‘Ημουν εκεί στη φωτιά, όταν γίνεται χιόνι, ήμουν εκεί στην ανάσα.

‘Ημουν εκεί που ο θάνατος σου δείχνει τη ζωή , εκεί που ζωντανός βλέπεις το θάνατο.

‘Ημουν εκεί στο γαλάζιο, ήμουν εκεί στο κόκκινο, ήμουν εκεί που φιλάει ο Θεός το Διάβολο.

Γιώργος Μωυσίδης

Ελληνικα